Προς ώρας
σίγησε η μουσική
Ευτυχώς, ησυχία
νηνεμία στα πέλαγα του νου
κι ως φαίνεται, καμία επιθυμία
Είχα αρχίσει να ανησυχώ
μήπως κι από την τόση μελωδία
ξυπνούσε μέλι στην ματιά σου
και στάλαζε η ζωή σου αφορμή
για αναψηλαφήσεις
Ήθελα βλέπεις άηχα τα όνειρά σου
και άδεια την καρδιά σου
-που είναι έτσι κι αλλιώς-
μήπως χωρέσω εγώ
Πόσο υστερόβουλα σκεπτόμουν
και πόσο ταπεινά
Δεν ήθελα φαντάσματα να την στοιχειώνουν
λησμονημένα να αναβιώνουν
δεν ήθελα ξανά
Ευτυχώς
εσίγησε η μουσική
σταμάτησαν οι άριες των σειρήνων
ευτυχώς
παράταση ζωής έλαβα,
επιτυχώς
Δεν ήταν το πεδίο μου αυτό
μάταια θ’αγωνιζόμουν και το ξέρω
Ο οίστρος εμένα δεν μ’αναγνωρίζει
-αλλ’ ούτε κι αυτόν εγώ-
στην μάχη θα έπεφτα νωρίς
στην πρώτη έφοδο ίσως ακόμα
Έτσι λοιπόν να επιζήσουμε με τα χρειώδη
τα άλλα, τα ονειρώδη, πετάξαν μακριά
Με τα ελάχιστα θα ζήσουμε
να ξέρεις
σε κύματα αισθήματα δεν προσβλέπω πια
Εγώ ζητώ μονάχα τα πράγματα να έχουν
την πιο απλή τους φορεσιά
Και στους μεγάλους έρωτες δεν πιστεύω
δεν ριψοκινδυνεύω άλλο ξανά
το ξέρεις
Όλα ετούτα τα έθαψα στις άκριες των ελπίδων
τα στέριωσα καλά βαθιά χωμένα
μπόλικο χώμα έριξα από επάνω
μια φτυαριά κάθε που πάει η μνήμη μου
να ξεστρατίσει
Αυτά, είναι παλιά, πολύ παλιά
Το τώρα έχει άλλα
πάλι οδυνηρά
και πάλι ποντοπόρα
Εγώ, θέλω μονάχα πόρο πόρο
και πόντο πόντο το κορμί σου να κεντώ
με της λαχτάρας την ανάσα
κι ένα σεντόνι ουρανό
να ρίξω επάνω του,
και πάνω σου να ταξιδέψω
μ’ένα βαπόρι ανασαιμιά
ν’αφήσω χίλια στα χείλη σου
φιλήματα, αστέρια λαμπερά
να σε φωτίζουν για να μην χαθείς ξανά .
Σαν πάγος, κοφτερό
-
Έτσι. Ξεκίνησε έτσι. Στην πραγματικότητα αυτό σε ξύπνησε και όχι το φως ή
το ξυπνητήρι δίπλα στο αυτί σου μήπως και παρακοιμηθείς. Αυτό. Αυτές
δηλαδή. Ε...
Πριν από 16 χρόνια



