Πλέοντας




Σε μια σχεδία κείτομαι
άκαμπτη σε στάση νεκρική
με άνθη στα μαλλιά, λευκά
χέρια στο στήθος σταυρωτά
και παγωμένα.
Πλέω σε θάλασσες μουντές
σε ζόφους και σε καταχνιές
και έλκομαι από εσένα,
αργά αργά και απεγνωσμένα.
Δεν είμαι, ήμουν
και χαμένη είμαι τώρα πια
σε ρότες ανείπωτες
πλόες ανείδωτες
κι αγριεμένες.
Να θέλω και να μην μπορώ
να απορώ με πόση λάβα
στόλισες τα πέλαγά μου.
Τα πόδια μου με νυχτολούλουδα σπαρμένα
τα χείλη μου μαβιά, μελανιασμένα
γυρεύουν με οδύνη, λαχταρούν
στο φίλημά σου να χρωματιστούν
Κι η εσθήτα μου, το σάβανό μου
ύστατο εμπόδιο δικό μου
πνιγηρό, πανί να γίνει
μήπως και γρήγορα σε βρω
Το σώμα μου μοιάζει νεκρό,
μόνον νεκρό δεν είναι
Αφυπνισμένο
και στοιχειωμένο
Το τρόπαιό σου, ματωμένο.
Ποιες να’ναι οι ακτές που με καλούν
να προσαράξω;
Πού θα σε βρώ
Πού θα σταθώ
Πώς θα σ' αδράξω;

Σε μια μήτρα ερωτική ξαναγιεννιέμαι
Συγκλόνισέ με