
Τυλιγμένος σ’ένα μαύρο και μακρύ παλτό
μας κουνούσε το χέρι
καθώς το τραίνο ξεκινούσε απ’ το σταθμό
Χαιρετούσε περίεργα κι έμενε μετέωρο
λες κι ευλογούσε
με τον δείκτη ανατεταμένο
Κι έτσι όπως ξεμάκραιναν οι εικόνες
κι επιμηκύνονταν τα πλάνα
έξω απ’ το θολό τζάμι του παράθυρου
το ρούχο του έμοιαζε με μανδύα
και σχεδόν τον κάλυπτε,
καθώς όλος ο εξωτερικός κόσμος
λειτουργούσε αυτόνομος
κι ανεξάρτητος,
λες κι εμείς είμαστε προστατευμένοι
σε μια μήτρα επώασης προορισμού
Φύσηξε, και το μαύρο πέπλο πέταξε
κι έγινε μαύρο πουλί
Αυτός δεν υπήρχε πουθενά
Το τραίνο μας δεν θα φτάσει ποτέ στο τέρμα του
κι εμείς θα πεθάνουμε στο ταξίδι
Αυτός θα είναι ο συνεπιβάτης μας
θα κάθεται απέναντί μας
και θα μας χαμογελάει
Θα νοιώθουμε τα μάτια του καρφωμένα πάνω μας
και θα ακούμε τον ρυθμό της αναπνοής του
Θα περάσουν οι μήνες της φθοράς και της πλήξης
Τα κέρινα χρόνια θα πληθύνουν
Κι ως τη στιγμή που θα πάρω την μορφή του
κι εσύ την δική του
θα με σκοτώσεις
και θα σε σκοτώσω
Το τραίνο θα τρέχει
κι η θέση απέναντί μας θα είναι κενή .
Σαν πάγος, κοφτερό
-
Έτσι. Ξεκίνησε έτσι. Στην πραγματικότητα αυτό σε ξύπνησε και όχι το φως ή
το ξυπνητήρι δίπλα στο αυτί σου μήπως και παρακοιμηθείς. Αυτό. Αυτές
δηλαδή. Ε...
Πριν από 16 χρόνια



