Αδιέξοδο


Σαν το αγρίμι νοιώθω
που του’ρχονται άλλα θεριά
για να το πιάσουν
Και να το βρουν πώς το γυρεύουν
θήρα ν'αρπάξουν,

να διαμελίσουν, να ξεσκίσουν
Σαν το αγρίμι νοιώθω
στην γωνία εκεί εγκλωβισμένο,
με πόση αγωνία, με τι δέος βλέπει
το μέλλον του πώς εξυφαίνεται
βορά τα μέλη του να γίνονται,
η σκέψις, το μυαλό, η ελευθερία του όλη
χαμένη, και τα κομμάτια του
να ρίξουν σε πυρά οι άλλοι,
οι άλλοι, όλοι
Σφάγιο, σφάγιο είναι ο εαυτός
επάνω κείται σε θυσιαστήρια ενοχών
τα σπλάχνα μου θερίζουν
τους οιωνούς στο βλέμμα μου αναζητούν

Σαν το αγρίμι νοιώθω που φοβάται
Και μες την νύχτα καιροφυλακτώ
και δε κοιμάμαι κι αγρυπνώ,
όλη δυο μάτια έχω γίνει ν’ανιχνεύσω
το άδηλο το μέλλον, το αφανέρωτο
να το προβλέψω, να το δω
Σαν το αγρίμι νοιώθω που υποφέρει
Μια θρυαλλίδα κι έπειτα η ανατίναξη
όλα μπορούν να πυροδοτηθούν
απρόβλεπτα κι απρόοπτα
να καταστραφούν
να πάρουν τον γκρεμό
και κάτω, κάτω

που δεν έχει τελειωμό
να πάνε και να ρημαχτούν
Μαζί κι εγώ,
θεριό άγριο μα ιερό
σε ένα σκοπό ταμένο:
να επιζήσω…

Σαν το αγρίμι νοιώθω, σε αρένα
με φέρανε και με παρατηρούν