365 μέρες

Εγέρθητι
είπες, το σώμα μου το ξύπνησες
Εγέρθητι
και τις αισθήσεις μου αφύπνισες
μ’ εγέρσεις
εξεκλείδωσες τους πόθους έναν έναν
με σήκωσες
μ’επανέφερες στη ζωή
Κι ήταν μετά από όλα αυτά
που ξέπνοη παρέμεινα,
μια κι όλα αυτά
δεν μου χωρούσαν
δεν μου περνούσαν
απ’το μυαλό
Επέμεινα παρούσα
αγκιστρωμένη σε νεόδμητη ζωή
μα εσύ ήσουν αλλού
Έμεινα ορθή, μα ηττημένη
Χαμένη

Κι άλλαξαν οι καιροί
κι έφτασε ο χειμώνας
βαρύς στην άνοιξή μου
η αναγέννησή μου δεν έγινε σαφής
το έαρ έδυσε μέσα σε παγωνιά

Μα όχι πια
Εκείνο που όπως φαίνεται
είχες υποτιμήσει
σαν δαίμονας έστεκε εγειρόμενος
από τα χθόνια βάθη
κι όλα τα πάθη ήθελαν την τροφή τους
Σαρκοβόρα
Δεν θα με αναγνωρίσεις πια,
μα ούτε κι εγώ εμένα
Σε άλλη γη τώρα βρίσκομαι
άγνωστη κι ανείδωτη ως τα χτες
Και πάλλομαι και πνίγομαι
πεθαίνω κι ανασταίνομαι
σ’ένα λεπτό μονάχα
σε μιας στιγμής διάρκεια
στιγμές αιχμές απολαμβάνω
Και χάνομαι και δίνομαι
ριγώ και αναφαίνομαι,
όλα αυτά εγώ
εδώ
Τούτο το εγέρθητι το δικό σου
αλλού με έχει παραδώσει
ήταν κατά πώς φαίνεται
αρκούντως ισχυρό:
Δια παντός έχει αποτρέψει την θανή μου