Στον άνυδρο τόπο, τον αιχμηρό, γεμάτο βράχια,
ισχνή η ανεμώνη, αδύναμο το χαμομήλι. Κατηφές.
Χρώμα παραφωνία, χρώμα ανίσχυρο. Ατελές.
Εδώ ένα μεταλλικό ίχνος, πιο κάτω άλλο ένα, σπαθάκι ξεθηκάρωτο,
περικνημίδα, περικάρπιο, σπασμένη ασπίδα, πώς;
Σώμα κανένα, ν’ ανελήφθη; Να ταφήκαν;
Και τώρα πώς θα βρούμε αν ανήκαν σε βαρβάρους ή σε μας;
Και τι είν 'οι βάρβαροι αν όχι η αντανάκλασή μας
το έξω που δεν είμαστε εμείς;
Σα πάχνη γκριζωπή μια καταχνιά τον ουρανό σαρώνει.
Το σίγουρο είναι πως σωπάσαν τα πουλιά.
Με την κλαγγή ετοιμάσαν το φευγιό τους
και τρομαγμένα όλα πετάξαν μακριά.
Ίχνος στο ίχνος, χρώμα στο χρώμα, ψάχνω να βρω το παρελθόν μου
Σε ποιον την μνήμη θα χαρίσω ή θα αποθέσω την υδρία για τις σπονδές.
Μια αλυσίδα –οξειδωμένη – φτενή και κρύα
να με συνδέει με του ονείρου τις πηγές.
Σπορά τ’ανέμου στο πέρασμα του χρόνου που σαρώνει,
χνάρι δικό μου, ανεπαρκές.
Η ήττα μου όχι έπειτα μα τώρα.
Κάντο τον κόπο να αξίζει. Πες.
ΥΓ.
(και μη μου πεις ότι η Χαιρώνεια έλαβε χώρα τον Αύγουστο και δεν υπήρχαν ούτε ανεμώνες ούτε χαμομήλια.
Γιατί δεν μιλάω για την Χαιρώνεια)
Σαν πάγος, κοφτερό
-
Έτσι. Ξεκίνησε έτσι. Στην πραγματικότητα αυτό σε ξύπνησε και όχι το φως ή
το ξυπνητήρι δίπλα στο αυτί σου μήπως και παρακοιμηθείς. Αυτό. Αυτές
δηλαδή. Ε...
Πριν από 16 χρόνια



