Είσαι η αμαρτία που δεν υπέπεσα
καθώς ημιτελείς οι συμφωνίες
κρατούν στον χρόνο πιο πολύ
από τις τελεσθείσες και διεκπεραιωθείσες
ενώ εγώ απλώς βαδίζω στην ευθεία της
ολοένα κατερχόμενη στα βάθη της
και κατεχόμενη ολοσχερώς από εσένα
Είσαι μια τελεία αιωρούμενη
που μου απειλεί την σκέψη
κάτι σαν κέντρο ή κέντρισμα
στον χάρτη του χαρτιού μου ήλιος ατελής
κι όταν τα μάτια μισοκλείσω
μεταποιείσαι απλώνοντας
και σαν να θέλεις να μ’αγγίξεις
μακραίνεις, γίνεσαι σχεδόν
σαν παύλα που επεκτείνεται
κι εντείνεται η ευθεία της
έτσι σαν το διάστημα για το επερχόμενο
τον επικείμενο σεισμό ή καταποντισμό
αυτόν που όλο μέλλεται
μα ποτέ δεν φθάνει να δονήσει
Πώς θα’θελα να μάθω πώς θα σε αναφέρω
στα ημερολόγια της ευμετάβλητης ζωής μου
ως έμπειρο ή έμπυρο
ή, το απευκταίον,
έμπορο παραισθήσεων
και ψευδαισθήσεων επικαρπωτή
Είσαι το αρραγές τοπίο της προσήλωσης
δίχως σχισμάδα ελάχιστη ως τα τώρα
σ’ένα πλακάτο πορφυρό επίχρισμα
από την ώρα που μου χάρισες γενναιόδωρα
το πλάνο χρίσμα της πρωτιάς
εκεί στα σκοτεινά να μην σε δούνε
Είσαι της αφοσίωσής μου το επίκεντρο
κι εγώ αναλογιζόμενη την αυξανόμενή της ένταση
πασχίζω να εξεγερθώ, να το ακυρώσω
τουλάχιστον μια ακτίνα απλώς να είσαι
κι όχι πυρήνας πόθου
κατακυριεύοντας το όλον
κι εξαλείφοντας εμένα
Σε μία εξέγερση σιωπηρή και υποδόρια
προσεκτικά παρατάσσω άγημα οργής
διαπιστευμένο στον εαυτό μου μόνον
και ετοιμάζομαι προαναγγέλλοντας
τις απαραίτητες διαδικασίες
για την εντός μου σμίκρυνσή σου
Αλλά εις μάτην τα σενάρια,
οι προαναγγελίες άλλης τακτικής
και επαναφοράς στην ευθυτενή αδιαφορία
Νωχελικά και με το πάσο σου επανέρχεσαι
με ανανεωμένη θέρμη επεμβαίνεις ανατρέποντας
κι εκεί που πριν φυλούσα μένος
και διετυμπάνιζα απεξάρτηση
τώρα φιλώ τα χνάρια σου
Και ημερεύω αναβάλλοντας την αποδέσμευση
επ’αόριστον, επιλέγοντας την ένδειξη
της νέας πίστωσης του χρόνου
ως να διαπιστώσω αν η καρδιά σου έχει όρια
ή είναι παντελώς απούσα
Κι ως τότε που θα απαντηθεί ετούτο το ερώτημα
κρυμμένη κάτω από τολύπες αναθρώσκοντος καπνού
θυμιάματα στα ανεξάντλητα ερωτηματικά σου
θα βασανίζομαι από ποικίλες τύψεις
μια που απερίσκεπτα ματαίωσα αγγέλους
για να υποκύψω σε έναν δαίμονα
ματώνοντας.
[παλαιότερο ποιήμα, το φέρνω και εδώ από το σεντούκι, ελαφρώς διαφοροποιημένο]




