Ναι
Σου είπα ψέματα
Ασύστολα
Γιατί αφέθηκα,
αφέθηκα και σ’ ονειρεύτηκα
Με σκέπασε ο αχνός της λέξης
αχός ανάσας σου στ’ αυτί μου
Θυμάσαι που εκεί
πως μ’αγαπάς μου είπες;
Μην τύχει και μου διαφύγει
μην τύχει και δεν τ’άκουγα;
Εκεί, σε σπήλαιο κόμης λυτής χαμένος
με πήρες και ταξίδεψα
Και τότε –αδιόρατα
κόπηκε η πνοή μου
Και έγινε το σώμα μου τριγμός
Ναι
Περπάτησα
Στον δρόμο τον δικό σου βάδισα
Το χέρι σου κρατούσα τόσο σφιχτά, θυμάσαι;
Σαν να’θελα –τρελή από έρωτα
κατάθεση μνήμης δακτύλων
δωρεά στη άδεια από εσένα ώρα
που γρήγορα –αχ πόσο γρήγορα
ερχότανε
Να βλέπω θάλασσα
και από εκείνο που για σένα ένοιωθα
αυτή να’ναι λιγότερη
Σαστίζει το μπλε του ορίζοντα και ντρέπεται
αλλάζει χρώματα, γίνεται ευθύς τα δυο σου μάτια
σαν κορυφογραμμές φωτός
Να σε κοιτώ δεν χόρταινα
Να σε αγγίζω
καίγομαι
Ναι
Σε έχω ξεγελάσει
Σε θέλησα, σε πόθησα
πιο πέρα απ’ όσο ήδη σ’ομολόγησα
Κι απλώθηκα στου ονείρου την ακτή να ξαποστάσω
ξαπλώθηκα σε φυλλωσιά φιλιών
Κλειστά έχω τα μάτια, μα σε βλέπω
μέσα μου κατοικείς
Και στέναξα, αναστέναξα
απόθεσα τους ήχους μου επάνω σου
μηδέ εξαιρουμένων και των στίχων μου
που απλόχερα σου χάρισα
καθώς εμέ κοιτούσαν κηρήθρες μέλι μέλλοντος
και με κεντρίζαν τα κεντήματα
της λατρευτής αφής σου
Ήπια από το στόμα σου ζωή
κι από το σώμα σου έλξη
Κι ό,τι σου έταξα έκανα
απόλυτα δική σου
ως τα τρίσβαθα
Μα·
Προσκρούω στην άνω τελεία
πράξης σου
Συνθλίβομαι
Και θλίβομαι
-να ήταν παρεξήγηση;
θα δείξει-
Τελεία άνω θρώσκουσα
βράχος στο νου μου θα λογίζεται
υπολογίζεται –να ξέρεις
Βρόχος
και στραγγαλίζεται η δοτική μου υφή
Πως ράγισα -για δες με
Από άκρη σ’άκρη μια χαραγματιά με σχίζει
λεπτή καφέ, σαν διάδρομος τσαγιού σ’ολόλευκο φλιτζάνι
Μικρή μα ορατή πληγή
σαν μια κλωστή από το χτες
το σήμερα ματώνει
Τα χείλη σου όταν θα φέρεις πάλι απάνω μου
μην ματωθείς
μην σε πληγώσει η χαραγματιά
θα πρέπει να προσέξεις
να στοχαστείς την γεύση σου καλά
να μην νοθέψεις
η αγάπη έχει ολόγλυκη
ο πόθος πιπεράτη
μα η πίκρα
αποχώρηση
Σου είπα ψέματα
Ασύστολα
Γιατί αφέθηκα,
αφέθηκα και σ’ ονειρεύτηκα
Με σκέπασε ο αχνός της λέξης
αχός ανάσας σου στ’ αυτί μου
Θυμάσαι που εκεί
πως μ’αγαπάς μου είπες;
Μην τύχει και μου διαφύγει
μην τύχει και δεν τ’άκουγα;
Εκεί, σε σπήλαιο κόμης λυτής χαμένος
με πήρες και ταξίδεψα
Και τότε –αδιόρατα
κόπηκε η πνοή μου
Και έγινε το σώμα μου τριγμός
Ναι
Περπάτησα
Στον δρόμο τον δικό σου βάδισα
Το χέρι σου κρατούσα τόσο σφιχτά, θυμάσαι;
Σαν να’θελα –τρελή από έρωτα
κατάθεση μνήμης δακτύλων
δωρεά στη άδεια από εσένα ώρα
που γρήγορα –αχ πόσο γρήγορα
ερχότανε
Να βλέπω θάλασσα
και από εκείνο που για σένα ένοιωθα
αυτή να’ναι λιγότερη
Σαστίζει το μπλε του ορίζοντα και ντρέπεται
αλλάζει χρώματα, γίνεται ευθύς τα δυο σου μάτια
σαν κορυφογραμμές φωτός
Να σε κοιτώ δεν χόρταινα
Να σε αγγίζω
καίγομαι
Ναι
Σε έχω ξεγελάσει
Σε θέλησα, σε πόθησα
πιο πέρα απ’ όσο ήδη σ’ομολόγησα
Κι απλώθηκα στου ονείρου την ακτή να ξαποστάσω
ξαπλώθηκα σε φυλλωσιά φιλιών
Κλειστά έχω τα μάτια, μα σε βλέπω
μέσα μου κατοικείς
Και στέναξα, αναστέναξα
απόθεσα τους ήχους μου επάνω σου
μηδέ εξαιρουμένων και των στίχων μου
που απλόχερα σου χάρισα
καθώς εμέ κοιτούσαν κηρήθρες μέλι μέλλοντος
και με κεντρίζαν τα κεντήματα
της λατρευτής αφής σου
Ήπια από το στόμα σου ζωή
κι από το σώμα σου έλξη
Κι ό,τι σου έταξα έκανα
απόλυτα δική σου
ως τα τρίσβαθα
Μα·
Προσκρούω στην άνω τελεία
πράξης σου
Συνθλίβομαι
Και θλίβομαι
-να ήταν παρεξήγηση;
θα δείξει-
Τελεία άνω θρώσκουσα
βράχος στο νου μου θα λογίζεται
υπολογίζεται –να ξέρεις
Βρόχος
και στραγγαλίζεται η δοτική μου υφή
Πως ράγισα -για δες με
Από άκρη σ’άκρη μια χαραγματιά με σχίζει
λεπτή καφέ, σαν διάδρομος τσαγιού σ’ολόλευκο φλιτζάνι
Μικρή μα ορατή πληγή
σαν μια κλωστή από το χτες
το σήμερα ματώνει
Τα χείλη σου όταν θα φέρεις πάλι απάνω μου
μην ματωθείς
μην σε πληγώσει η χαραγματιά
θα πρέπει να προσέξεις
να στοχαστείς την γεύση σου καλά
να μην νοθέψεις
η αγάπη έχει ολόγλυκη
ο πόθος πιπεράτη
μα η πίκρα
αποχώρηση




