Κι ακόμα από τις στάχτες σου
η αναγέννησή σου
Από εκεί να έρχεσαι επιστρέφοντας
στέφοντας την αχλή του παρελθόντος σου διάδημα
αίγλης θυμίαμα που ουδέποτε απωλέσθη
Αστράφτουν οι αιώνες πάνω σου
εσύ, λιτό κόσμημα κάλλους απαράμιλλο
που σε ματώσαν οι ιστορίες σου χαράγματα
κι οδυνηρά έκτοτε στην ερημιά εγείρεσαι
σαν έκπτωτο του παντοκράτορος ρουμπίνι
Σκήπτρο μιας απαστράπτουσας δέσμης φωτός
που ως λόγχη εκ δορυβόλου ουρανού πίπτει
σε κίονες πελώριους του θόλου στυλοβάτες
και στάζει δόξα αλαργινή σε μύρια χρώματα
Ανίκητη η ωραιότητα επάνω σου
παρόλα της τα πλήγματα να στέκεται
ευθυτενής και βασιλεύουσα
Ακοίμητη πλανιέται η λάμψη της
και τυραννιέται στις μορφές που σβήστηκαν
κάτισχνες και περήφανες ενώ προσμένουν
την αναβίωση της μνήμης για να φανούν ξανά
κι εκεί να παραμένουν άσβεστες
Ηχούν οι αμίλητες καμπάνες σου κελεύσματα
μα μήτε ο χρόνος θα σε λησμονήσει
μήτε εμείς
Έρρωσο πεφιλημένη και πολυθρύλητη εσύ
Κι όπου ρωγμή σε τοίχους και πατώματα
μια φωνή σαν ψαλμωδία αναδύεται
εξ όσων μες τα σπλάχνα σου ευρέθησαν ικέτες
και σε καλεί να’ρθείς ξανά και να μιλήσεις:
Νενίκηκά σε Λήθη



