Κωνσταντίνος Δραγάσης Παλαιολόγος



Όλα ειπωθήκαν πια
Σωροί οι φθαρμένες λέξεις πίσω σου
Κι εσύ στην σκόνη των αιώνων μένεις ορθός
Αγέρωχος κι αλάνθαστος την ύστατη στιγμή
Ευθυτενής
Στα σφάλματα που άλλοι πίσω σου μαζέψαν
δεν θα κοιτάξεις
στιγμή δεν θα λυγίσεις από το βάρος τους

Όλοι στα μάτια σε κοιτούν Αυθέντα
Πού βλέπουν τα δικά σου;
Σε ποιο σημείο του ορίζοντα έστησαν τον σταυρό σου;
Τι θωρείς τώρα που σε σένα, ακριβέ μου, έλαχε
στην τελευταία πράξη συ μοναχός σου να σταθείς;
Τώρα που τίποτε δεν έχεις να προσμένεις;

Στον θάνατο ορμάς
Στο αμετάκλητο το τέλος
την ερημιά θωπεύεις
Με κιννάβαρι υπογράφεις τη βαριά κληρονομιά
μ’αξιοσύνη κι εντιμότητα
Με μεγαλείο
Από την ήττα θα είσαι συ ο νικητής
Βασιλιά μου

Τα πορφυρά καμπάγια σου να προσκυνήσω
Αυτούς που έμαθαν με γενναιότητα να αποχωρούν
με θάρρος κι αυταπάρνηση
-ου φεισόμενοι της ζωής των-
στο φόβο να μην υποχωρούν
- κι αυτοπροαιρέτως-
να μην λυγίζουν

ισόθεους ορίζω