
Ματώνουν οι μέρες όταν τελεσφορούν στους κύκλους τους
Αόρατο νήμα το τέλος, με τέλος δεν μοιάζει
ει μη μόνον με φθίση. Αμείλικτη
Κάποτε έρχεται μήνας των εσωτερικών μετακομίσεων
Ο ίδιος πάντα. Παγωμένος
Γυρεύεις κάλυμμα να ενδυθείς. Το πριν, διάτρητο.
Κομίζεις θλίψεις. Κι οδύνη
Και ενθυμείσαι. Σκληρός με τον εαυτό σου επιμένεις
να οδηγείς τις απολήξεις των δακτύλων σου
να αναγνώσεις κι αναγνωρίσεις
πλέον
της έλξης την κατιούσα
την διαρκή φθορά
αυτό που υφίστασαι
Ενθυμείσαι την άλλοτε ανοδική πορεία
τις αναμνήσεις σου διαβαίνεις
και διέρχεσαι άπελπις
αιμορραγώντας και ασθμαίνοντας
τα νεφελώδη του τώρα
Ο χρόνος ρέει, ο όφις έρπει
εισβάλλοντας
Εισέρχεται πάντα η κεφαλή του όφεως
το πλέον δυνατό του σημείο
συμπαγές, σαρωτικό, υπερμέγεθες
υπερβολικό
Αδύνατον να το μπερδέψεις με την φθίνουσα ουρά του
Έτσι, συγκρίνεις κι αντιλαμβάνεσαι
ότι έφθασε η ώρα της μετακόμισης
της λήξης
Όταν αναπολείς την αλλοτινή είσοδο της αλλαγής
με πόση φόρα κι ορμή έγινε
ξέρεις πια
ότι η εξίσωση ήταν όλο κι όλο
στο να ταιριάσεις αυτά που ανέκαθεν ποθούσες
με αυτά που έβλεπες να έρχονται
Με αξιοσημείωτη αφέλεια την έκαμες
δικό σου εξ ολοκλήρου το σφάλμα
το ίσον άνισον, μα δεν το ήβρες τότε
Ήταν και οι οφθαλμοί του όφεως που σε υπνώτισαν
έτσι όπως εστίαζαν μοναδικά επάνω σου
και σάστισες
στην μελωδία του γητευτή
εξαπατώντας τον εαυτό σου στην προσπάθεια
να βρεις αλήθεια μέσα στο ψεύδος ή την ανάγκη,
και να στήσεις είδωλο
πιο υψηλό από το πρώτο
πάνω στα ερείπια της αρχαίας λατρείας
πιο ισχυρό.
Το έκαμες με αυταπάρνηση
Ναός, οι λεηλατημένες ελπίδες σου
που όλως περιέργως ακόμα υφίστανται
μη κρημνισθείσες
έχουσες στέγη, σκέπη και απάγκιο
Φωλιά στο ακατόρθωτο
Προσφέρεις τα στασίδια
τα εικονίσματα
τα λατρευτικά
με γενναιοδωρία
Γονατίζεις με σεβασμό
κι αγάπη
Και κάμπτεσαι,
αλλοτριώνεσαι
Ενόσω εσύ μικραίνεις, ο θεός σου διογκώνεται
Μετακόμισες στο ιερό
ή το ιερό μετακόμισε εντός σου
Ψευδεπίγραφος θεός, σύ τον έφτιαξες
εκεί στον μήνα, μνήμα της αλλαγής σου
κέντησες αργά αργά το χρυσοποίκιλτο αντιμήνσιο
και πρόσφερες τον εαυτό σου στο θυσιαστήριο
επάνω. Όλον.
Πλουσιοπάροχα εδόθης
παρέδωσες το σώμα αίμα σου
και την αλήθεια σου
ως όφειλες
στον θεό σου
σε μαλαματένιο δισκοπότηρο
έσταξες
Μικραίνουν οι θρησκείες όταν δεν στέργουν οι θεοί
και φθίνουν
μετακομίζοντας στον γνώριμο χρόνο
την ίδια πάλι εποχή των κύκλων
Δεν αλλάζουν οι πιστοί
οι θεοί αλλάζουν
Κι έτσι όπως τώρα διαλύεσαι
στάζοντας μαργαρίτας δακρύων
να καταλύεις
οφείλεις
για να σωθείς
Μήπως σωθείς
Να, τώρα ο ουροβόρος όφις
από των οδόντων του την αρπάγη ξέφυγε
μια και όλα συνετελέσθησαν πλήρως,
απαγκίστρωσε το δάγκωμα
σημάδι δεν θα αφήσει
πια
ει μη μόνον έσω
Γλιστρά στον τοίχο σαν σκιά
αίματος σκούρου
Σαν μελάνι
ρέει
φεύγοντας
οι κύκλοι κλείνουν επαναλαμβανόμενοι στο ψεύδος των
Σαν πάγος, κοφτερό
-
Έτσι. Ξεκίνησε έτσι. Στην πραγματικότητα αυτό σε ξύπνησε και όχι το φως ή
το ξυπνητήρι δίπλα στο αυτί σου μήπως και παρακοιμηθείς. Αυτό. Αυτές
δηλαδή. Ε...
Πριν από 16 χρόνια



