Κασσάνδρα





Θύμα της ανάγκης μου θυσιάζομαι
και στον βωμό της θα καώ
Μαντεύω
Ρήμαξα την ζωή μου αναζητώντας
μαζεύοντας καυσόξυλα και άχυρα
μόνο για τούτη την στιγμή
αυτήν που ήξερα πως θά’ρθει
Τώρα που μέλλον δεν υπάρχει
τώρα που οι μέρες μου τελειώσαν
κριτής ιεροεξεταστής να μετανιώσω
με καλεί, αλλά δεν.
Μου δίνει κόλαση και φλόγες
με φοβερίζει, αλλά δεν.

Μου δείχνει τοίχους
και τείχη που γύρω μου θα υψώσει
Αλλά δεν.
Με δένει με ερημιά, με αύριο
κενό κι ανύπαρκτο,
μα δεν λυγίζω
όλα ετούτα εγώ απ’την αρχή
τα ήξερα, τα είχα δει
Δεν λέω συγγνώμη, δεν μεταστρέφομαι
και δεν υποχωρώ ούτε ένα βήμα
μήτε μεμψιμοιρώ
Το ότι τόσα χρόνια το όμοιο αναζήτησα
των νοών το πλησίασμα
και τ’άγγιγμα του ίδιου
άφησα να γίνει,
το πόσο το ταξίδι το νοερό λαχτάρισα
και στης αγάπης το κάλεσμα
έσπευσα να απαντήσω,
δεν μετανιώνω

Για όσα έγιναν, όχι, δεν μετανιώνω
Τα όσα δεν θα γίνουν είναι που με θλίβουν…