Τι;




Μεταμορφώνομαι σε ερωτηματικό
μεγάλο έκπληκτο σημείο στίξης
στίγμα του ορίζοντα διαβάζω
και προσπαθώ να δω
χωρίς ακόμα να κατανοώ πού έσφαλα
και τι έχω μαντεύσει λάθος
Γυρίζω πίσω το βλέμμα, στέκομαι,
απορώ και την ανάμνηση ιχνηλατώ
να βρω πού ήταν η δική μου συμβολή
κι έγινε το ανεπίτρεπτο
Πού παρερμήνευσα
και λανθασμένα την σιωπή ερμήνευσα
καθώς με δάχτυλα τυφλού άγγιζα
τις πληγές που άφηνε στο πέρασμά της
Πότε και πού τα άδηλα
κι άφατα μετέφρασα σε ανύπαρκτα
Και ίσως θεώρησα απόντα τα υποβόσκοντα
αδύνατη να συμβεί η διάρκεια
απίθανο να γίνει το θαυμαστό
μια κι ο κόσμος γράφεται με αγκάθια
κι όχι με ροδοπέταλα
Ξέροντας πως όλες οι αισθήσεις
γεννιούνται μόνον για να ενταφιάζονται
στην επόμενή τους κίνηση
την επόμενή τους μέρα

Και φτάσαμε εδώ
στο τέλος του δρόμου άδοξα
Σ’αυτό το τέλος που ποτέ δεν θέλησα να γίνει
Ή να φταίω

Ποιος ήταν τόσο σίγουρος
ότι με φύλλα δάφνης θρέφομαι;
Ποιος επαναπαύτηκε θεωρώντας
τις αντοχές μου στην απουσία αιώνιες;
Και ποιος με ψέγει τώρα;