Τα ποιήματα μου εγώ κεντώ ολοένα
κι υφαίνω την χρυσή μου κόμη ανάμεσά τους
ιστούς χρυσοκλωστής που λαμπυρίζει.
Τα βάθη της ψυχής μου αναβλύζουν λυτρωμένα.
Πρώτα το νέκταρ το πολύτιμο μαζεύω
στα ρόδινα πέταλα των ανθών εκεί χαμένη
τη γύρη ρουφώ άπληστα και με μανία,
Κι ύστερα το φορτίο απαλά αποθέτω
στην κερήθρα μου φτιάχνω το χρυσό το μέλι
με αίμα απ' την καρδιά μου αναμειγμένο.
Κρασί αγνό και καθαγιασμένο..
Αν είμαι άντρας ή γυναίκα ποιος να ξέρει;
Αν είμαι δυο ή ένας, ποιος μπορεί να πει;
Πώς ο κισσός κι ο πόθος ξετυλίγονται στον τοίχο
κι ολοένα απλώνονται, θεριεύει η προσμονή;
Πόσοι χρειάζονται να φτιάξουν ένα ποίημα;
Πόσοι μπορούν να πουν πως νιώθουν την ζωή;
(το τμήμα της που μου ανήκει. Η "απολογία" της, πριν 2 χρόνια..)




