Φόβοι




Ξύπνησα και κοιμόμουν
Σηκώθηκα κι έβλεπα ύπνους
Κι αυτούς τους γνωστούς άγνωστους
μασκοφόρους φόβους
που πρωταγωνιστούσαν εφιάλτες
ενώ τριγύρω αυτοσχέδιες γκιλοτίνες
αποκεφαλίζουν την
ευόδωση της αναμονής
εκεί, μέσα στο βασίλειο της τρομοκρατίας
Σαλτιμπάγκοι ακόλουθοι
ντυμένοι γελωτοποιοί
με τα κουδουνάκια στις φορεσιές τους
να ειδοποιούν ότι
πάντα είναι εδώ
πάντα στο κατόπι μου
Ριγέ φορεσιές κατάδικές τους
μαύρες και πρασινωπές
στο χρώμα της πευκοβελόνας
ακίδες χειροποίητης κάμας

Ξύπνησα και θυμόμουν
Σηκώθηκα και περπάτησα
Δεν τρέχει τίποτε, σκέφτηκα
Νεκρή είμαι, μα όχι κοιμισμένη
αφυπνισμένη από τα όσα ήδη
ήξερα πως θα ζήσω
Κι αυτοί, εκεί
να με κοιτούν στα μάτια
να με καρφώνουν σαν νυστέρι
που προσποιείται την αλήθεια
σαν εισχωρεί εις βάθος
Μου χαμογελούν δήθεν γλυκά
δήθεν πως με φροντίζουν
μη πέσω από την πτήση
που ποτέ δεν με αφήσαν
τόσο λεύτερη για να αποφασίσω
Και κουδουνίζουν
τις προειδοποιήσεις τους
παγίδες αχειροποίητης λάμας

Είμαστε πάντα εδώ
-φωνάζουν στο μυαλό μου-
πάντα πίσω σου
μας σέρνεις μανδύα
φραγή
σε κάθε απόλαυση
σε κάθε έρωτα
σε κάθε ζωή
Εμείς
θα παίρνουμε το μερτικό μας
και θα σ’αφήνουμε γυμνή


Το χειρότερο είναι οι προδοτικοί κήποι
με τα ροδόδεντρα και τα γιασεμιά