Κάματος



Κουράστηκα
έτρεξα χιλιόμετρα για να σε φτάσω
Το μόνο που άγγιξα τόσον καιρό
ήταν της αυταρέσκειάς σου τον μανδύα
Το σώμα σου απόν
Πλην ελαχίστων εξαιρέσων
σπονδών στης Αφής την ιερότητα
και κείνη του Πάθους την θεότητα
απομεμακρυσμένο παραμένει
σχεδόν απρόσιτο, θολό
Κι ενώ όλο και πιο πολύ σε πλησιάζω
μου φαίνεται πως διαρκώς σε χάνω

Κουράστηκα
καταληστεύονται οι 5 αισθήσεις
κι όλο λιγοστεύουν
Η μια σθεναρά αντιστέκεται
παλεύει, μα ως πόσο;
Ένα ψηφιδωτό απείκασμα
μου άφησες δόλιο δώρο
για να ενισχύω την επιθυμία
μην τύχει και εξατμιστεί
Κύκλωσε ο χρόνος της αλλοτρίωσης
το πλήρωμα του πόνου έφτασε
τάφρος περιβάλλει τον τάφο μου
κι έγινα απλησίαστη για όλους
Τόσο πολύ νερό δακρυρροώ
που δεν με φτάνω

Κουράστηκα
να ψάχνω για την έξοδο
κι όλο στην είσοδο να βρίσκομαι
και να κτυπώ το ρόπτρο της συνήθειας
Μίτο δεν έχω πια, μόνον ένα βρόχο
λώρο αόρατο για να τροφοδοτώ
το διαρκή χαμό μου
Το έργο δεν το έχω ξαναδεί
μα δεν πιστεύω ότι θα το δω ποτέ μου
Τίποτε δεν θα γίνει, θα το δεις
κι ας φλέγομαι κι ας θέλεις
Τίποτε δεν θα κεντηθεί
στης αδημονίας τον χιτώνα επάνω

Κουράστηκα σου λέω
θέλω να κοιμηθώ
και να ξυπνήσω όταν όλα θα είναι γαλανά
Πάρε το βάρος των σκέψεων από την πλάτη μου
κι άσε με ν'ανασάνω



Και φίλα με,
προφύλαξέ με