Χαράζεις...





Ξυπνώ μέσα στο μαύρο
μια υποψία ανατολής μ’εγείρει
για να προσμένω την δική σου χαραυγή
Οι εικόνες σου, διάδημα στην μνήμη
και η υπομονή, επίκτητη αρετή
ή σφάλμα
Την ώρα που επιτέλους θα φανεί
το ουράνιο τόξο της επανάληψης
στους ώμους σου θα ρίξω
εκείνον τον πανάρχαιο και πορφυρό μανδύα
με την βελούδινη υφή
και τα τελειώματα από ερμίνα

Εσύ
αδιαφιλονίκητα ο ένας

Θάλλω στα χέρια σου
και σου αφήνομαι
Φύλλο στον άνεμό σου κυματίζω
καθώς λικνίζει η σκέψη σου
το μέλλον μου απαλά
εκείνο που βραδυπορώντας έρχεται
Κι ως να σε στέψουν
οι δροσοσταλίδες της αγάπης μου
την αντοχή μαθαίνω
να συλλαβίζω γράμμα γράμμα
και περιμένω
να με διδάξεις όλα όσα γύρεψα
να μάθω λάθη


Άνακτα σε προσφωνώ
ήλιε μου
κι απόλυτα σε σένα ανήκω