Δεν γεμίζουν οι ώρες χαρά
αν δεν τις εγκαταλείψει πρώτα
η απόγνωση
Ό,τι κι αν πεις
ό,τι κι αν στείλεις να με προϋπαντήσει
όσα κι αν ακούσω,
αν σε ακούσω
Αν δεν αδειάσουν οι μέρες
απ’την νεόδμητη αποθάρρυνση
δεν αφήνουν χώρο να εγκατασταθεί
η μέθη κι η ευλογία της ευωχίας
Δεν φτάνουν οι ήχοι σου
να διασχίσουν τόση απόσταση
δεν με βρίσκουν
να χτίσουν πάνω στην απελπισία μου
προπύργια ελπίδων
Ξεμακραίνει ο νους σαν πνίγεται,
βυθίζεται στις αδυναμίες του
στην βαθιά ύπνωση της παραίτησης
Σε ένα ουρανό -όσος μου απέμεινε-
κοιτώ να δω ακόμα ένα σου σινιάλο
να σε δω να ίπτασαι με τις πελώριες φτερούγες σου
να φθάνεις από την μεριά που χάνεται ο ήλιος
ανατέλλων εσύ
να φέρεις φως και σθένος,
να μου δωρίσεις δύναμη
και μια σταγόνα νέκταρ απ’ τα όνειρά σου
Σε φώναξε η ανάγκη μου
και η ψυχή μου με κραυγή οδύνης
με βλέμμα βέλος που ερευνά
τους ορίζοντες των αλύτρωτων κόσμων της
Πάρε με κάτω από την σκέπη σου
και στην φτερούγα σου εκεί
από κάτω τρυφερά χώρεσέ με,
τα πέπλα της καταχνιάς μου
ένα ένα αφαίρεσε
είναι ιστοί που αράχνη θλίψη
έπλεξε πάνω στην μοναξιά μου
Έτσι να κάνεις όταν κρυώνω
έτσι να κάνεις όταν μικραίνω
κι έτσι να με σώζεις όταν χάνομαι
αν δεν τις εγκαταλείψει πρώτα
η απόγνωση
Ό,τι κι αν πεις
ό,τι κι αν στείλεις να με προϋπαντήσει
όσα κι αν ακούσω,
αν σε ακούσω
Αν δεν αδειάσουν οι μέρες
απ’την νεόδμητη αποθάρρυνση
δεν αφήνουν χώρο να εγκατασταθεί
η μέθη κι η ευλογία της ευωχίας
Δεν φτάνουν οι ήχοι σου
να διασχίσουν τόση απόσταση
δεν με βρίσκουν
να χτίσουν πάνω στην απελπισία μου
προπύργια ελπίδων
Ξεμακραίνει ο νους σαν πνίγεται,
βυθίζεται στις αδυναμίες του
στην βαθιά ύπνωση της παραίτησης
Σε ένα ουρανό -όσος μου απέμεινε-
κοιτώ να δω ακόμα ένα σου σινιάλο
να σε δω να ίπτασαι με τις πελώριες φτερούγες σου
να φθάνεις από την μεριά που χάνεται ο ήλιος
ανατέλλων εσύ
να φέρεις φως και σθένος,
να μου δωρίσεις δύναμη
και μια σταγόνα νέκταρ απ’ τα όνειρά σου
Σε φώναξε η ανάγκη μου
και η ψυχή μου με κραυγή οδύνης
με βλέμμα βέλος που ερευνά
τους ορίζοντες των αλύτρωτων κόσμων της
Πάρε με κάτω από την σκέπη σου
και στην φτερούγα σου εκεί
από κάτω τρυφερά χώρεσέ με,
τα πέπλα της καταχνιάς μου
ένα ένα αφαίρεσε
είναι ιστοί που αράχνη θλίψη
έπλεξε πάνω στην μοναξιά μου
Έτσι να κάνεις όταν κρυώνω
έτσι να κάνεις όταν μικραίνω
κι έτσι να με σώζεις όταν χάνομαι
Κι ύστερα εγώ
θα πιάσω απαλά το πρόσωπό σου μες τα δυο μου χέρια
και σαν τυφλός που βλέπει μόνον με τα χείλη,
θα το διαβάσω




