Εάλω



Εάλω η πόλις, λοιπόν…
Εάλω, και άλλο δεν έχει
δεν υφίσταται αντίδρασις
αντίθεσις καμία
ουδεμία αντιπαλότης πλέον
στο αναμφισβήτητο γεγονός
πως ό,τι είχε το έδωσε
και με την θέλησή της
παρέδωσε
Περήφανα παρεδόθη
ατίμητα, ανεκτίμητα
Στα μύχια της ψυχής της
στα φυλλοκάρδια των σεντουκιών της
τιμαλφή και τα άλλα
κατέθεσε
όλα, χωρίς αιδώ
χωρίς σκοπό
χωρίς ανταλλάγματα κι ευτελή κόλπα
Τώρα, και καθώς πνέει τα λοίσθια
θα την διασχίσουν
θα την διασύρουν
λεφούσια οι βάνδαλοι
πληθώρα ο όχλος
η πλέμπα η συρρέουσα
της χύδην χυδαίας προσφοράς
μιας δήθεν ηδονής του σάλτου
Οι επίγονοι

Μα πού είναι το κάλλος σου;
Πού έδυ;
Η δύση σε γυρεύει να σε κλείσει
στης μνήμης το λυκόφως
κι ύστερα πια
στην σκοτεινιά σου να χαθείς
να σβήσεις
Ω, μα ήταν καλόν εντάφιον
καλόν εντάφιον και η λατρεία
κι η βασιλεία σου όσο κράτησε
Στις επάλξεις πέσαμε
με το κεφάλι ψηλά
τον θάνατό μας είδαμε
κατά πρόσωπο
ως να έρχεται
μυροφόρος
κι αμείλικτος

Εάλω
τα έδωσες όλα
αισθήσεις αισθήματα
κι εχάθης στην γενναιοδωρία και την περίσσεια,
στο απροσποίητο της προσήλωσης
Μήτε ένα ψήγμα ψυχής δεν κράτησες να έχεις
μην κι απ’ τις στάχτες σου  τύχει κάποτε
να ξαναγεννηθείς
Τίποτε
Τόσον ανόητα συμπεριφέρθηκες
πύλες και τείχη γκρέμισες
για να διαβεί η αγάπη

Μια τελεία τώρα σου απέμεινε,
μάντιδα δάφνη να πεις
να πιεις το ποτήριον τούτο
το τέλος σου
το διαφαινόμενο

Την τελεία πριν το κενό
.