άτιτλο



Μαντηλάκι ματωμένο
η απόγνωση
να ταξιδεύει στα κελεύσματα
του αδιάφορου αέρα
Περιπλανώμενο πανάκι
δίχως βούληση
κατεύθυνση ή στόχο
Μια ερημιά που λί πισ τό
να φτερακίζει άοκνα
στον τόπο που όλα
ετόλμησαν ν’αρχίσουν

Μια πεταλούδα σκέψη δεν την βρήκε

Υπεροπλία συναισθημάτων
και πώς μπόρεσε
ανθός στο άνεμο τόσο σύντομα
να φυλλορροήσει

Ματώνει η Λύπη
τις αδερφές της να φωνάζει
Γοργά που έρχονται
και την κυκλώνουν
Θλίψη Οδύνη Μελαγχολία
μαυροφορούν
καθώς σιμώνουν

Κι η νύχτα ανασαίνει παγωνιά


Πού πάει η ελπίδα όταν πεθαίνει;